Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιθολεύστησις
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιθοδικτέω
λιθόδμητος
λιθοδόμητος
λιθοδόμος
λιθοειδής
λιθοεργής
λιθοεργός
λιθοθεσία
λιθοθήκτης
λιθοθήρας
λιθοικοδόμητος
λιθοκαλλής
λιθοκάρδιος
λιθοκέφαλος
λιθόκολλα
λιθοκόλλα
λιθοκόλλητος
λιθόκολλος
λιθοκομικόν
λιθοκοπέω
λιθοκοπία
λιθοκοπικός
λιθοκόπος
λιθοκρήδεμνος
λιθοκτονέω
λιθοκτονία
λιθολάβος
λιθολαμπής
λιθολευστέω
λιθολεύστης
λιθολεύστησις
λιθόλευστος
λιθολογέω
λιθολόγημα
λιθολογία
λιθολόγιος
λιθολόγος
λιθομανής
λιθομανία
λιθόξεστα
λιθόξεστος
λιθοξόανος
λιθοξοεῖον
λιθοξοέω
λιθοξοϊκός
λιθοξόος
λιθοξοῦς
λιθοξύστης
λιθοπλάξ
λιθοποιέω
λιθοποιός
λιθοπρίστης
λιθοπυργία
λιθοπυρίτης
λιθόριον
λιθόρρινος
λίθος
λιθοσόος
λιθοσπαδής
λιθόσπερμον
λιθόσπορον
…
λιθολεύστησις
Save
Brill-Montanari
λιθολεύστησις
-εως, ἡ [λιθολευστέω]
stoning
Sch. Lyc.
1187.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}