Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Morpho
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λολλα
LSJ
Save
Menu
×
Morpho
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λοίπαδος
λοιπάζομαι
λοιπάζω
λοιπάς
λοιπασμός
λοίπημα
λοιπογραφέω
λοιπογραφή
λοιπογραφία
λοιπός
λοισθεύς
λοισθήϊος
λοίσθημα
λοίσθιος
λοῖσθος
λοίσθων
λοίσθωνας
λοιτεύω
λοίτη
λόκαλος
λόκη
λόκκη
λοκός
Λοκρικός
Λοκρῖνος
Λοκρίς
Λόκρισσα
Λοκριστί
Λοκροί
Λοκρός
λολλα
Λολλιανός
Λόλλιος
λολλοῦν
λολλώ
λόμβαι
λομβός
λομβρός
λομβρότερον
λόνδις
λόξευμα
λοξεύω
Λοξίας
λοξιάς
λοξίας
Λοξικός
λοξικός
λοξίν
λοξοβάμοισι
λοξόβαμος
λοξοβάμων
λοξοβάτης
λοξοβλεπτέω
λοξοδρόμος
λοξόδρομος
λοξοειδής
λοξοειδῶς
λοξοεργέω
λοξοκέλευθος
λοξοκίνητος
λοξοπεριπάτητος
…
λολλα
Save
LSJ
λολλα, ἡ, a plant,
PLond.
1.122.12 (iv A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}