Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λοίσθων
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λοιμία
λοιμίη
λοιμικός
λοιμικῶς
λοίμιος
λοιμοποιός
λοιμός
λοιμότης
λοιμοφόρος
λοιμώδης
λοιμώσσω
λοιμώττω
λοιπαδάριον
λοιπαδάριος
λοιπάδιος
λοίπαδος
λοιπάζομαι
λοιπάζω
λοιπάς
λοιπασμός
λοίπημα
λοιπογραφέω
λοιπογραφή
λοιπογραφία
λοιπός
λοισθεύς
λοισθήϊος
λοίσθημα
λοίσθιος
λοῖσθος
λοίσθων
λοίσθωνας
λοιτεύω
λοίτη
λόκαλος
λόκη
λόκκη
λοκός
Λοκρικός
Λοκρῖνος
Λοκρίς
Λόκρισσα
Λοκριστί
Λοκροί
Λοκρός
λολλα
Λολλιανός
Λόλλιος
λολλοῦν
λολλώ
λόμβαι
λομβός
λομβρός
λομβρότερον
λόνδις
λόξευμα
λοξεύω
Λοξίας
λοξιάς
λοξίας
Λοξικός
…
λοίσθων
Save
Brill-Montanari
λοίσθων
-ον [λοῖσθος 1]
over-indulgent in love
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}