Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λολλώ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λοιπασμός
λοίπημα
λοιπογραφέω
λοιπογραφή
λοιπογραφία
λοιπός
λοισθεύς
λοισθήϊος
λοίσθημα
λοίσθιος
λοῖσθος
λοίσθων
λοίσθωνας
λοιτεύω
λοίτη
λόκαλος
λόκη
λόκκη
λοκός
Λοκρικός
Λοκρῖνος
Λοκρίς
Λόκρισσα
Λοκριστί
Λοκροί
Λοκρός
λολλα
Λολλιανός
Λόλλιος
λολλοῦν
λολλώ
λόμβαι
λομβός
λομβρός
λομβρότερον
λόνδις
λόξευμα
λοξεύω
Λοξίας
λοξιάς
λοξίας
Λοξικός
λοξικός
λοξίν
λοξοβάμοισι
λοξόβαμος
λοξοβάμων
λοξοβάτης
λοξοβλεπτέω
λοξοδρόμος
λοξόδρομος
λοξοειδής
λοξοειδῶς
λοξοεργέω
λοξοκέλευθος
λοξοκίνητος
λοξοπεριπάτητος
λοξοπορέω
λοξόπορος
λοξός
λοξοτενής
…
λολλώ
Save
LSJ
λολλώ, ἡ, childʼs word for anything ‘divinely nice’,
Hermipp.
89.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}