λοιπασμός
λοιπασμός, want
λοιπ-ασμός, ὁ,
- want, cj. for ἐλειπασμός in Ps.-Luc. Philopatr. 20.
λοιπασμός, οῦ (ὁ) reliquat d’impôts, de contributions, Luc. Philopatr. 20.
Étym. λοιπός.