Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λοισθεύς
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λοίδορος
λοιδόρως
λοίθον
λοιμεύομαι
λοίμη
λοιμία
λοιμίη
λοιμικός
λοιμικῶς
λοίμιος
λοιμοποιός
λοιμός
λοιμότης
λοιμοφόρος
λοιμώδης
λοιμώσσω
λοιμώττω
λοιπαδάριον
λοιπαδάριος
λοιπάδιος
λοίπαδος
λοιπάζομαι
λοιπάζω
λοιπάς
λοιπασμός
λοίπημα
λοιπογραφέω
λοιπογραφή
λοιπογραφία
λοιπός
λοισθεύς
λοισθήϊος
λοίσθημα
λοίσθιος
λοῖσθος
λοίσθων
λοίσθωνας
λοιτεύω
λοίτη
λόκαλος
λόκη
λόκκη
λοκός
Λοκρικός
Λοκρῖνος
Λοκρίς
Λόκρισσα
Λοκριστί
Λοκροί
Λοκρός
λολλα
Λολλιανός
Λόλλιος
λολλοῦν
λολλώ
λόμβαι
λομβός
λομβρός
λομβρότερον
λόνδις
λόξευμα
…
λοισθεύς
Save
Pape
λοισθεύς
, ὁ,
f.l.
statt λοισθήϊος,
Il
. 23.751.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}