Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μάτα
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μαστρυλεῖον
μαστρυλλεῖον
μαστρύλλιον
μάστρυς
μαστρωπεία
μαστρωπός
μαστύς
Μαστώ
μαστώδης
μάστωρ
Μάστωρ
μασύντης
Μασυντίας
μασχαλάω
μασχαλέον
μασχάλη
μασχαλήττει
μασχαλήττω
μασχαλία
μασχαλιαία
μασχαλίζω
μασχάλινος
μασχάλιον
μασχάλιος
μασχαλίς
μασχαλίσματα
μασχαλισμός
μασχαλιστήρ
μασχαλόν
Μάσων
μάτα
ματᾴζω
ματαιάζω
ματαΐζω
ματαιοβαστάκτης
ματαιοβουλία
ματαιοεργία
ματαιόκομπος
ματαιοκοπία
ματαιολογέω
ματαιολογία
ματαιολόγος
ματαιολοιχός
ματαιομοχθέω
ματαιοποιέω
ματαιοποιός
ματαιοπονέω
ματαιοπόνημα
ματαιοπονία
ματαιοπόνος
ματαιοπραγέω
ματαιοπραγία
ματαιοπώγων
μάταιος
ματαιοσπουδέω
ματαιοσπουδία
ματαιόσπουδος
ματαιοσύνη
ματαιότεκνος
ματαιοτεχνία
ματαιότεχνος
…
μάτα
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
μάτα,
v.
μάτη
.
μάτα
Dor.
voor
μάτη.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}