ματαιοβουλία Save Bailly 2024 Pape ματαιο·βουλία, ας (ἡ) [μᾰ] vain ou sot projet, Sim. fr. 37, 17 vulg. (conj. μεταιβολία Bgk). Étym. μάταιος, βουλή. ματαιοβουλία, ἡ, törichter Rat, Entschluß, Simonids. bei Dion.Hal. C.V. extr., v.l. μεταβουλία.