ματαιοπραγέω Save LSJ Pape μᾰταιο-πρᾱγέω, μᾰταιο-πρᾱγία, ἡ, = ματαιοπονέω, -πονία, Eust. 543.4. ματαιοπραγέω, [ρᾱ], = ματαιοπονέω, Eust.