ματαιόκομπος
ματαιόκομπος, idly boasting
μᾰταιό-κομπος, ον,
- idly boasting, Sch. Ar. Ach. 589.
ματαιόκομπος, töricht prahlend, Schol. Ar. Ach. 589.
ματαιόκομπος, idly boasting