ματαιοσύνη Save LSJ Bailly 2024 Pape μαται-οσύνη, ἡ, = ματαιότης, Polem.Phgn. 13, al. ματαιοσύνη, ης (ἡ) [ᾰῠ] c. ματαιότης, Polém. Physiogn. 1, 6 ; Adam. 1, 5. ματαιοσύνη, ἡ, Torheit, Polem. Physiogn.