μελικαρίς Save Bailly 2024 μελι·καρίς, ίδος (ἡ) [ῐᾱῐδ] sorte d’écrevisse, Philox. (Ath. 147b ; sel. d’autres, μελικηρίς, v. ce mot). Étym. μέλι, καρίς.