Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μέντοινε
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μένθηρες
μενθήρη
μενθηρίζω
μενί
Μένιος
Μενίππειος
Μενίππη
Μένιππος
Μενίσκος
Μενιτίδες πύλαι
Μεννά
μέννης
μενοεικής
Μενοικεύς
μενοινάω
μενοινέω
μενοινή
μενοινής
μενοινώω
Μενοίτης
Μενοιτιάδης
Μενοίτιος
μένος
μενοῦν
μενοῦνγε
μεντάγρα
μεντἄν
Μέντης
μεντιόπον
μέντοι
μέντοινε
μέντον
Μέντορες
Μεντορίδης
Μεντορική
Μεντορουργής
Μέντωρ
μένω
Μένων
Μενωνίδαι
μέρα
μεράρχης
μεραρχία
Μέρβαλος
Μεργάνη
μέργιζε
μεργίζω
μέργω
Μέρδις
μέρδω
μέρεια
μερεία
Μεριδάρπαξ
μεριδάρχης
μεριδαρχία
μεριδαρχικά
Μεριδᾶς
μερίδιον
μεριζομένως
μερίζω
μερικεύω
…
μέντοινε
Save
LSJ
μέντοινε,
= μέντοι (v. μέν B. ΙΙ.4),
Inscr.Magn.
17.44.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}