μεραρχία
μεραρχία, command of a μεράρχης
μεραρχ-ία, ἡ,
- command of a μεράρχης, Ascl. Tact. 2.10, Arr. Tact. 10.5.
μεραρχία, ας (ἡ) demi-brigade, Arr. Tact. 10, 5 ; El. tact. 9, 7.
Étym. μεράρχης.
μεραρχία, ἡ, Amt u. Würde des μεράρχης, Arr.