Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεριζομένως
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεντιόπον
μέντοι
μέντοινε
μέντον
Μέντορες
Μεντορίδης
Μεντορική
Μεντορουργής
Μέντωρ
μένω
Μένων
Μενωνίδαι
μέρα
μεράρχης
μεραρχία
Μέρβαλος
Μεργάνη
μέργιζε
μεργίζω
μέργω
Μέρδις
μέρδω
μέρεια
μερεία
Μεριδάρπαξ
μεριδάρχης
μεριδαρχία
μεριδαρχικά
Μεριδᾶς
μερίδιον
μεριζομένως
μερίζω
μερικεύω
μερικός
μερικῶς
μέριμνα
μερίμναμα
μεριμνάω
μερίμνημα
μεριμνηματικός
μεριμνητής
μεριμνητικός
μεριμνήτρια
μεριμνοποιέω
μεριμνοποιός
μεριμνοσοφιστής
μεριμνοτόκος
μεριμνοφροντιστής
μερινων
μερίξας
μερίς
μερίσδω
μέρισμα
μερισμός
μεριστέον
μεριστής
μεριστικός
μεριστός
μερίστρια
μεριστῶς
μεριτεία
…
μεριζομένως
Save
LSJ
μεριζομένως, Adv.,
gloss on μελεϊστί, Sch.
Opp.
C.
4.281.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}