Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μέρα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μεννά
μέννης
μενοεικής
Μενοικεύς
μενοινάω
μενοινέω
μενοινή
μενοινής
μενοινώω
Μενοίτης
Μενοιτιάδης
Μενοίτιος
μένος
μενοῦν
μενοῦνγε
μεντάγρα
μεντἄν
Μέντης
μεντιόπον
μέντοι
μέντοινε
μέντον
Μέντορες
Μεντορίδης
Μεντορική
Μεντορουργής
Μέντωρ
μένω
Μένων
Μενωνίδαι
μέρα
μεράρχης
μεραρχία
Μέρβαλος
Μεργάνη
μέργιζε
μεργίζω
μέργω
Μέρδις
μέρδω
μέρεια
μερεία
Μεριδάρπαξ
μεριδάρχης
μεριδαρχία
μεριδαρχικά
Μεριδᾶς
μερίδιον
μεριζομένως
μερίζω
μερικεύω
μερικός
μερικῶς
μέριμνα
μερίμναμα
μεριμνάω
μερίμνημα
μεριμνηματικός
μεριμνητής
μεριμνητικός
μεριμνήτρια
…
μέρα
Save
LSJ
μέρα·
ὄμματα,
Hsch.
μέρα
, ἡ,
= μέρος,
PGrenf.
1.58.12 (vi A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}