μερίζω
μερίζω, to divide, distribute
- divide, distribute, Pl. Prm. 131c; μ. τὸ ἄπειρον Arist. Ph. 204a34; μ. [ἀρχήν] τινα εἰς πλείους Id. Pol. 1321b37; καθʼ ἕκαστον εἶδος πολιτείας μ. make a division, ib. 1304b19: abs., split up the amount, ib. 1268b15: Arith., μ. τι παρά τι, εἴς τι, divide by . ., Dioph. 4.33, 34, al.: abs., Gal. 5.223.
- 2 assign a part, allot, ἐφʼ ἕκαστον μ. τὸ φιλεῖν Arist. MM 1213b5; μ. τοὺς τόκους πρὸς τὸν πλοῦν allot the interest according to the voyage, i.e. pay only a part of it, if a part only of the voyage has been performed, D. 56.49; allot, assign spheres of duty, τινι PHamb. 24.6 (Pass.); apportion, allocate funds, IG 2(2).29.18, al., SIG 577.22 (Milet., iii/ii B.C.) (Pass., IG 2(2).1672.116, al.); τὸ μὲν εἰς δαπάνην, τὸ δʼ εἰς θησαυρισμόν Phld. Oec. p.71 J., cf. Sto. 339.15, Metrod. Herc. 831.13; bestow, POxy. 713.29 (i A.D.), etc.; κατὰ τόπους μ. τὰς ἀναγραφάς divide, arrange them, D.H. Th. 9; μ. τινὰ τοῖς ποιηταῖς, i. e. make one a theme for several tragedies, Him. Ecl. 4.18:—Pass., to be delivered over, εἰς ὕβριν καὶ δουλείαν Chor. p.216 B. [35.2.39]
- 3 sever, cut off, πελέκει χεῖρα Him. Or. 2.21.
- 4 apply by turns, τὰς χεῖρας τῷ τε τείχει καὶ τῇ λύρᾳ ib. 21.12.
- II Med., μερίζεσθαί τι divide among themselves, χρήματα Din. 1.10, cf. Theoc. 21.31; τι μετά τινος D. 34.18; πρός τινα τὴν ἀρχήν Hdn. 3.10.6; take possession of, τι D. 34.35; ἠρόμην αὐτὸν πότερα μεμερισμένος εἴη πρὸς τὸν ἀδελφόν whether he had gone shares with his brother, Id. 47.34.
- 2 c. gen. rei, get a portion of, Is. 9.24.
- b take part in, τοῦ ἀδικήματος Arist. EN 1137a2.
- III Pass., to be divided, κατὰ μέρος X. An. 5.1.9 (s. v.l.); ἐπὶ πολλά Hp. Insomn. 86; τὸ μερίζεσθαι τὰς οὐσίας εἰς ὁποσονοῦν πλῆθος Arist. Pol. 1265b3; μ. πρὸς ἑκάστην διοίκησιν (sc. αἱ πρόσοδοι) are distributed, ib. 1321b32; ἐς πᾶσαν πεῖραν μ. make attempts in every direction, App. BC 4.78, cf. Luc. DDeor. 4[24].1; μερίζεταί τι ἀπό τινος Id. Nav. 8.
- 2 to be dispersed, ὕδωρ ὑπὸ πυρὸς μερισθέν Pl. Ti. 56d; to be split up, ἄνθρωπος πληγῇ τινι μεριζόμενος Democr. 32: metaph., have divided interests, disperse oneʼs energy, Chor. p.11 B. [2.2.pr]; also, to be split into parties or factions, Plb. 8.21.9, App. BC 1.1, Hdn. 3.10.4; μεμέρισται ὁ Χριστός; 1 Ep.Cor. 1.13.
- 3 to be reckoned as part, ἐν τῇ ἀρχῇ τινος μ. D. 15.5.
1. act. verdelen, opsplitsen:
2. med. (onderling) verdelen:
Strong 3307
to divide;
(a) to divide into parts: metaph., pass., I Co 7:34 (WH, R, mg.), 34 (Rec., R, txt.) (on reading and punctuation, v. ICC, in l.); μεμέρισται ὁ Χριστός, I Co 1:13; as in late authors, of factional division (cf. Polyb., viii, 23, 9), καθ’ ἑαυτοῦ, Mt 12:25; ἐφ’ εαυτόν, Mt 12:26, Mk 3:24-26;
(b) to distribute: c. acc. rei et dat. pers., Mk 6:41; as in later usage (cf. Polyb., xi, 28, 9), to bestow: Ro 12:3, I Co 7:17, II Co 10:13, He 7:2; mid., c. acc. rei seq. μετά, Lk 12:13 (cf. δια-, συμ-μερίζω).†
ὅτι ἐξορκίζω σε τὸν ὅλον κόσμον, ἀρχὴν μίαν, μεμερισμένον
te conjuro a ti, que has dividido el cosmos entero, un solo reino
- Ito divide, distribute, Plat., etc.
- IIMid., μερίζεσθαί τι to divide among themselves, Theocr., Dem.:—c. gen. rei, to take part in, Arist.
- IIIPass. to be divided, Xen.
- 2to be reckoned as part, Dem.
-
…δυσμενέστερον ἔτι καὶ φιλονεικότερον ἐς ἀλλήλας αἱ ἀρχαὶ διετίθεντο ἀπὸ τοῦδε, καὶ ἡ βουλὴ καὶ ὁ δῆμος ἐς αὐτὰς ἐμερίζετο ὡς ἐν ταῖς τῶνδε πλεονεξίαις ἑκάτεροι τῶν ἑτέρων ἐπικρατοῦντες. Μάρκιός τε ὁ Κοριολανὸς ἐν ταῖσδε ταῖς ἔρισιν ἐξελαθεὶς παρὰ…
Appian, The Civil Wars
-
…τῶν ὄντων του ἀποστατοῖ ; οὐδαμῶς. κατακεκερμάτισται ἄρα ὡς οἷόν τε σμικρότατα καὶ μέγιστα καὶ πανταχῶς ὄντα, καὶ μεμέρισται πάντων μάλιστα, καὶ ἔστι μέρη ἀπέραντα τῆς οὐσίας. ἔχει οὕτω. πλεῖστα ἄρα ἐστὶ τὰ μέρη αὐτῆς .…
Plato, Parmenides
-
…κἀκ τῆς ἐπιστατικῆς τὴν μὲν ἐπʼ ἀψύχοις ἔργοις, τὴν δʼ ἐπὶ ζῴοις · καὶ κατὰ τοῦτον δὴ τὸν τρόπον μερίζοντες δεῦρʼ ἀεὶ προεληλύθαμεν, ἐπιστήμης οὐκ ἐπιλανθανόμενοι, τὸ δʼ ἥτις οὐχ ἱκανῶς πω δυνάμενοι διακριβώσασθαι. λέγεις ὀρθῶς .…
Plato, Statesman
-
…ἅτε οὖν ἐκ τῆς ταὐτοῦ καὶ τῆς θατέρου φύσεως ἔκ τε οὐσίας τριῶν τούτων συγκραθεῖσα μοιρῶν, καὶ ἀνὰ λόγον μερισθεῖσα καὶ συνδεθεῖσα, αὐτή τε ἀνακυκλουμένη πρὸς αὑτήν, ὅταν οὐσίαν σκεδαστὴν ἔχοντός τινος ἐφάπτηται καὶ ὅταν ἀμέριστον, λέγει…
Plato, Timaeus
-
…. μεμερισμένον ἄρα, εἴπερ μὴ ὅλον · ἄλλως γάρ που οὐδαμῶς ἅμα ἅπασι τοῖς τῆς οὐσίας μέρεσιν παρέσται ἢ μεμερισμένον. ναί. καὶ μὴν τό γε μεριστὸν πολλὴ ἀνάγκη εἶναι τοσαῦτα ὅσαπερ μέρη. ἀνάγκη. οὐκ ἄρα ἀληθῆ…
Plato, Parmenides
-
…συνεστῶτος ἑκάστου τοῦ ζῴου, τὴν τοῦ παντὸς ἀναγκάζεται μιμεῖσθαι φοράν · πρὸς τὸ συγγενὲς οὖν φερόμενον ἕκαστον τῶν ἐντὸς μερισθέντων τὸ κενωθὲν τότε πάλιν ἀνεπλήρωσεν. ὅταν μὲν δὴ πλέον τοῦ ἐπιρρέοντος ἀπίῃ, φθίνει πᾶν, ὅταν δὲ ἔλαττον…
Plato, Timaeus
-
…εἴη. φαίνεται οὕτω γε. ἦ οὖν ἐθελήσεις, ὦ Σώκρατες, φάναι τὸ ἓν εἶδος ἡμῖν τῇ ἀληθείᾳ μερίζεσθαι, καὶ ἔτι ἓν ἔσται ; οὐδαμῶς, εἰπεῖν. ὅρα γάρ, φάναι · εἰ αὐτὸ τὸ μέγεθος μεριεῖς…
Plato, Parmenides
-
…ἔσχατα ἔχει, ταῦτα δὲ ἔχον πᾶσα ἀνάγκη μέρη ἔχειν · ἢ πῶς ; οὕτως. ἀλλὰ μὴν τό γε μεμερισμένον πάθος μὲν τοῦ ἑνὸς ἔχειν ἐπὶ τοῖς μέρεσι πᾶσιν οὐδὲν ἀποκωλύει, καὶ ταύτῃ δὴ πᾶν τε ὂν καὶ ὅλον…
Plato, Sophist
-
…σε ἐνθυμεῖσθαι, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν οὐχ αὑτῷ μόνον γέγονεν, ἀλλὰ τῆς γενέσεως ἡμῶν τὸ μέν τι ἡ πατρὶς μερίζεται, τὸ δέ τι οἱ γεννήσαντες, τὸ δὲ οἱ λοιποὶ φίλοι, πολλὰ δὲ καὶ τοῖς καιροῖς δίδοται τοῖς…
Plato, Letters
-
…. ἆρα οὖν ἓν ὂν πολλαχοῦ ἅμα ὅλον ἐστί ; τοῦτο ἄθρει. ἀλλʼ ἀθρῶ καὶ ὁρῶ ὅτι ἀδύνατον. μεμερισμένον ἄρα, εἴπερ μὴ ὅλον · ἄλλως γάρ που οὐδαμῶς ἅμα ἅπασι τοῖς τῆς οὐσίας μέρεσιν παρέσται ἢ μεμερισμένον .…
Plato, Parmenides