μίαχος Save LSJ Pape μίαχος· μίασμα, ἀσέβημα, κτλ., Hsch.; also, = τὸ δυσῶδες, Id. μιαχρός, ά, όν, = καθαρός, Id. μίαχος, τό, = μίασμα, Hesych.