μιγάζομαι
μιγάζομαι, to have intercourse
μῐγάζομαι,
- Ep. for μείγνυμαι, μιγαζομένους φιλότητι Od. 8.271, cf. Orph. A. 343.
μιγάζομαι (seul. prés.) c. μίγνυμαι, Od. 8, 271 ; Orph. Arg. 341.
Étym. v. μίγνυμι.
μιγάζομαι, poet. = μίγνυμαι ; ὅ σφʼ ἐνόησε μιγαζομένους φιλότητι, Od. 8.271 ; Orph. Arg. 341.
μιγάζομαι
[μιγ-, μίσγω.]
To have sexual intercourse : μιγαζομένους φιλότητι Od. 8.271.
μιγάζομαι = μίγνυμαι, part., Od. 8.271†.
μιγάζομαι
μῐγάζομαι,
Epic for μίγνυμαι
- to have intercourse, Od.