Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μιαντός
μιαντός, stained, defiled
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μηχανορραφέω
μηχανορραφία
μηχανορράφος
μηχανοστάσιον
μηχανοσφαιροποιΐα
μηχανοτευχέω
μηχανουργία
μηχανουργός
μηχανοφόρος
μηχανόων
μηχανόωντ
μηχάνωμα
μῆχαρ
μηχαρίζομαι
μήχι
μῆχος
Μῄων
μθʹ
μία
μιαιγαμία
μιαίνω
μιαιφονέω
μιαιφονία
μιαιφόνος
μιαιφόνως
μίανθεν
μιάνθην
μιάνθησαν
μίανσις
μιάντης
μιαντός
μιαρία
μιαρόγλωσσος
μιαρός
μιαροσιτία
μιαρότης
μιαροτρώκτης
μιαροφαγέω
μιαροφαγία
μιαροφάγος
μιαρῶς
μίασμα
μιασμός
μιάστωρ
μίαχος
μιαχρός
μίγα
μιγάδην
μιγάδις
μιγάζομαι
μιγάς
μίγδα
μίγδαλοι
μίγδαν
μίγδην
μιγδηράζειν
Μίγδων
μιγείς
μίγεν
μίγη
μιγήμεναι
…
μιαντός
Save
μιαντός, stained, defiled
LSJ
μιαν-τός, ή, όν,
stained, defiled,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}