Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μιάνθησαν
Cunliffe Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μηχανοποίημα
μηχανοποιΐα
μηχανοποιός
μηχανορραφέω
μηχανορραφία
μηχανορράφος
μηχανοστάσιον
μηχανοσφαιροποιΐα
μηχανοτευχέω
μηχανουργία
μηχανουργός
μηχανοφόρος
μηχανόων
μηχανόωντ
μηχάνωμα
μῆχαρ
μηχαρίζομαι
μήχι
μῆχος
Μῄων
μθʹ
μία
μιαιγαμία
μιαίνω
μιαιφονέω
μιαιφονία
μιαιφόνος
μιαιφόνως
μίανθεν
μιάνθην
μιάνθησαν
μίανσις
μιάντης
μιαντός
μιαρία
μιαρόγλωσσος
μιαρός
μιαροσιτία
μιαρότης
μιαροτρώκτης
μιαροφαγέω
μιαροφαγία
μιαροφάγος
μιαρῶς
μίασμα
μιασμός
μιάστωρ
μίαχος
μιαχρός
μίγα
μιγάδην
μιγάδις
μιγάζομαι
μιγάς
μίγδα
μίγδαλοι
μίγδαν
μίγδην
μιγδηράζειν
Μίγδων
μιγείς
…
μιάνθησαν
Save
Cunliffe Homer
μιάνθησαν
3 pl. aor. pass. μιαίνω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}