μαγειρευτικός
μᾰγειρ-ευτικός, ή, όν,
- = μαγειρικός, Proll. Hermog. in Rh. 6.52 W.
μαγειρευτικός, ή, όν [ᾰ] c. μαγειρικός, Rhét. 6, 52 W.
μαγειρευτικός, = μαγειρικός, Rhett. VI p. 52.15.