μακραπόδοτος
μακρ-απόδοτος, ον,
- = μακροαπόδοτος, Jo.Sic. in Rh. 6.195 W.
μακρ·απόδοτος, ος, ον, avec une ἀπόδοσις (v. ce mot) éloignée, t. de rhét. Rhét. 6, 195 W.
μακραπόδοτος, in die Ferne verkauft, Eust.