Μακέτης
Μᾰκέτης, ου, ὁ,
- = Μακεδών, Gell. 9.3, etc.:—fem. Μᾰκέτις, ιδος, Str. 10.4.10, AP 7.49 (Bianor); or Μᾰκέτη, ib. 51 (Adaeus).
Μακέτης, ου (ὁ) [ᾰ] Macédonien, Anth. 7, 51.
Étym. cf. les suiv.
Μακέτης
Μᾰκέτης, ου, ὁ,
= Μακεδών: fem. Μακέτις, ιδος, Anth.