μακροαπόδοτος
μακροαπόδοτος, with the apodosis far off
μακρο-απόδοτος, ον,
- with the apodosis far off, λέξις Phlp. in de An. 582.32; σύνταξις Eust. 1491.49; λόγος Sch.D.T p.114 H.