μακρόγηρως
μακρόγηρως, very old
μακρό-γηρως, ων, gen. ω,
- long-lived, AP 11.159 (Lucill.), Dsc. 2.16, Cat.Cod.Astr. 8(4).159. Adv. -γήρως Artem. 5.74.
μακρό·γηρως, ως, ων, gén. ω, d’un âge avancé, Anth. 11, 159.
Étym. μ. γῆρας.
μακρόγηρως, von hohem Alter, Lucill. 45 (XI.159).
• Adv. μακρογήρως , Artem. 5.74.
• Adv. μακρογήρως , Artem. 5.74.
μακρόγηρως
μακρό-γηρως, ων,
- very old, Anth.