μακροημέρευσις
μακροημέρευσις, length of days
μακρο-ημέρευσις, εως, ἡ,
- length of days, LXX Si. 1.12.
μακροημέρευσις, εως (ἡ) longue vie, Spt. Sir. 1, 12 ; 30, 22.
Étym. μακροημερεύω.
μακροημέρευσις, ἡ, langes Leben, Sp.