μακρογόγγυλος
μακρογόγγυλος, cylindrical
μακρο-γόγγῠλος, ον,
- cylindrical, σωλῆνες Epich. 42.7, Sophr. 24.
μακρο·γόγγυλος, ος, ον [ῠ] en forme d’ovale allongé, Epich. (Ath. 85d).
Étym. μ. γογγύλος.
μακρογόγγυλος, länglich rund, Epicharm. bei Ath. III.85d.