Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαντίλη
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μανότης
μανόφυλλος
μανόχροος
μανόω
μαντεία
μαντεῖον
μαντεῖος
μάντευμα
μαντεύομαι
μαντευτέον
μαντευτέος
μαντευτής
μαντευτική
μαντευτικός
μαντευτός
μαντεύτρια
μαντεύω
μαντηι
μαντηΐη
μαντήϊον
μαντήιον
μαντήϊος
μαντήιος
μάντης
Μαντιάδας
μαντιάρχης
Μαντίας
Μαντίθεος
μαντικός
μαντικῶς
μαντίλη
Μαντινέα
Μαντινέη
Μαντίνεια
Μαντινεύς
Μαντινικός
μαντίον
Μάντιος
μαντιπολέω
μαντιπόλος
μάντις
Μαντίσιος
μαντιχώρας
μάντοι
μαντοσύνα
μαντοσύνη
μαντόσυνος
Μαντύης
μαντώδης
μαντῷος
μάνυ
μανυ
μάνυσις
μανυτής
μανύτωρ
μανύω
μανώδης
μανῶς
μάνωσις
μανωτικός
μάξεινος
…
μαντίλη
Save
LSJ
μαντίλη [
ῐ
], ἡ, f.l., perh. for
Μαντίας,
Pl.Com.
185.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}