Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεγαλοδόξως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεγάλλιον μύρον
μεγαλο
μεγαλόβιος
μεγαλοβλαβής
μεγαλοβόας
μεγαλόβομβος
μεγαλοβόος
μεγαλόβοτος
μεγαλόβουλος
μεγαλοβραχίων
μεγαλοβρεμέτης
μεγαλόβρομος
μεγαλόβρυχος
μεγαλόβωλος
μεγαλογάστωρ
μεγαλογκία
μεγαλογκίη
μεγαλογνωμέω
μεγαλογνωμονέω
μεγαλόγνωμος
μεγαλογνωμοσύνη
μεγαλογνώμων
μεγαλογραφέω
μεγαλογραφία
μεγαλοδαίμων
μεγαλοδάπανος
μεγαλόδενδρος
μεγαλόδηλος
μεγαλοδοξία
μεγαλόδοξος
μεγαλοδόξως
μεγαλόδουλος
μεγαλόδουπος
μεγαλόδους
μεγαλοδυναμέομαι
μεγαλοδυναμία
μεγαλοδύναμος
μεγαλοδωρεά
μεγαλοδωρέομαι
μεγαλοδωρία
μεγαλόδωρος
μεγαλοειδῶς
μεγαλοείμων
μεγαλοεργ
μεγαλοεργέω
μεγαλοέργημα
μεγαλοεργής
μεγαλοεργία
μεγαλοεργικός
μεγαλοεργός
μεγαλόζηλος
μεγαλόζωνος
μεγαλοημέρευσις
μεγαλόηχος
μεγαλόθριξ
μεγαλόθυμος
μεγαλόθυτον
μεγάλοιτος
μεγαλοκαμπής
μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαυλος
…
μεγαλοδόξως
Save
Bailly 2024
μεγαλοδόξως
[
ᾰ
]
adv.
dans une grande gloire,
Spt.
3 Macc.
6, 39
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}