Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεγαλοημέρευσις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεγαλογραφέω
μεγαλογραφία
μεγαλοδαίμων
μεγαλοδάπανος
μεγαλόδενδρος
μεγαλόδηλος
μεγαλοδοξία
μεγαλόδοξος
μεγαλοδόξως
μεγαλόδουλος
μεγαλόδουπος
μεγαλόδους
μεγαλοδυναμέομαι
μεγαλοδυναμία
μεγαλοδύναμος
μεγαλοδωρεά
μεγαλοδωρέομαι
μεγαλοδωρία
μεγαλόδωρος
μεγαλοειδῶς
μεγαλοείμων
μεγαλοεργ
μεγαλοεργέω
μεγαλοέργημα
μεγαλοεργής
μεγαλοεργία
μεγαλοεργικός
μεγαλοεργός
μεγαλόζηλος
μεγαλόζωνος
μεγαλοημέρευσις
μεγαλόηχος
μεγαλόθριξ
μεγαλόθυμος
μεγαλόθυτον
μεγάλοιτος
μεγαλοκαμπής
μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαυλος
μεγαλόκερως
μεγαλοκευθής
μεγαλοκέφαλος
μεγαλοκῆρυξ
μεγαλοκίνδυνος
μεγαλοκλεής
μεγαλόκλονος
μεγαλοκμής
μεγαλοκοίλιος
μεγαλόκοιλος
μεγαλόκολπος
μεγαλόκορος
μεγαλοκόρυφος
μεγαλόκοτος
μεγαλοκράκτης
μεγαλόκρακτος
μεγαλοκρατής
μεγαλοκράτωρ
μεγαλόκτυπος
μεγαλοκύμων
μεγαλόκωλος
μεγαλόλαλος
…
μεγαλοημέρευσις
Save
LSJ
μεγᾰλο-ημέρευσις, εως, ἡ,
v.l. for μακροημέρευσις,
LXX
Si.
30.22.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}