μεγαλοέργημα
μεγαλοέργημα, great achievement
μεγᾰλο-έργημα, ατος, τό,
- great achievement, Ph. 2.107, 174 (pl.).
*μεγαλοέργημα, p. contr. μεγαλούργημα, ατος (τὸ) [γᾰ] grande action, Phil.
Étym. μεγαλοεργέω.