μεγαλοκαμπής
μεγαλοκαμπής, with a large curve
μεγᾰλο-καμπής, ές,
- with a large curve, Orib. 45.6.6.
μεγαλο·καμπής, ής, ές [ᾰ] très courbé, Orib. p. 38 Mai.
Étym. μ. κάμπτω.
μεγαλοκαμπής, ές, sehr gekrümmt, Sp.