μεγαλοδωρέομαι
μεγαλοδωρέομαι, make large presents
μεγᾰλο-δωρέομαι,
- make large presents, J. AJ 12.4.9.
μεγαλοδωρέομαι-οῦμαι [ᾰ] faire de grands présents, Jos. A.J. 12, 4, 9.
Étym. μεγαλόδωρος.