μεγαλόθυμος
μεγαλόθυμος, great-hearted
μεγᾰλό-θῡμος, ον,
- = μεγάθυμος, Pl. R. 375c, Thd. Pr. 19.19.
μεγαλό·θυμος, ος, ον [ᾰῡ] au grand coeur, magnanime, Plat. Rsp. 375c.
Étym. μ. θυμός.
μεγαλόθυμος, [ῡ], = μεγάθυμος ; ἅμα πρᾶον καὶ μεγαλόθυμον ἦθος Plat. Rep. II.375c ; Plut.
μεγαλόθυμος
μεγᾰλό-θῡμος, ον
= μεγάθυμος, Plat.