μειζονία
μειζονία, office of a μείζων (cf. μέγας c.1)
μειζον-ία, ἡ,
- office of a μείζων (cf. μέγας C.1, POxy. 1147.9 (vi A. D.).
μειζονία, office of a μείζων (cf. μέγας c.1)