Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μελαινόρινες
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μελάγχλαινος
μελάγχλωρος
μελαγχολάω
μελαγχολία
μελαγχολικός
μελαγχολικῶς
μελάγχολος
μελαγχολώδης
μελαγχρής
μελαγχροιής
μελάγχροος
Μέλαγχρος
μελάγχρους
μελάγχρως
μελάγχυλος
μελάγχυμος
μελάθρα
μέλαθρον
μελαθρόφιν
μελαθρόω
μέλαινα
Μέλαινα
Μέλαινα ἄκρη
Μέλαιναι
μελαιναῖος
μελαινάς
Μελαινεαί
μελαινίδες
μελαινίς
μελαινονεφής
μελαινόρινες
μελαινόρριν
μελαινός
μελαινόφαιος
μελαίνω
Μελαῖοι
μέλαις
μελαμ
μελαμβαθής
μελαμβαθύς
μελαμβαφής
Μελάμβιον
μελάμβιος
μελάμβοος
μελαμβόρειον
μελαμβόρειος
μελαμβόρεος
μελάμβροτος
μελάμβωλος
μελαμπαγής
μελάμπεδος
μελάμπελος
μελάμπεπλος
μελαμπέραμον
μελαμπέταλος
μελαμπεταλοχίτων
μελάμπετρος
μελαμπόδεια
Μελαμπόδεια
μελαμποδεῖον
μελαμπόδειος ἑλλέβορος
…
μελαινόρινες
Save
LSJ
μελαινόρῑνες, f.l. for κελαινόρινες in
S.
Fr.
29.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}