μελιτουργέω
μελιτουργέω, make honey
μελῐτουργ-έω,
- make honey, Arist. HA 624a21 (leg. μελιττ-).
μελιτουργέω-ῶ [ῐ] préparer le miel, Arstt. H.A. 9, 40, 11.
Étym. *μελιτουργός, de μέλι, ἔργον.
μελιτουργέω, Honig bereiten ; Arist. H.A. 9.40 ; Schol. Ap.Rh. 1.880.