μελιττουργός
μελιττουργός, a bee-keeper
μελιττ-ουργός, μελιττ-ουργέω, μελιττ-ουργία, Att. for μελισσ-.
μελιττουργός, Att. = μελισσουργός.
μελιττουργός
μελιττ-ουργός, οῦ, ὁ,
*ἔργω
- a bee-keeper, Plat.