Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μελιττῶν
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μέλιτος
μελιτοτροφέω
μελιτοτροφία
μελιτοτρόφος
μελιτουργεῖον
μελιτουργέω
μελιτουργία
μελιτουργικός
μελιτουργός
μελιτοῦς
μελιτοῦττα
μελιτόφυλλον
μελιτόχροος
μελιτόχρους
μελιτόω
μέλιττα
μελίτταινα
μελίττιον
μελιττοπηχέω
μελιττοπολέω
μελιττοπόλος
μελιττοπτηχέω
μελιττοτροφεῖον
μελιττοτρόφιον
μελιττοτρόφος
μελιττουργία
μελιττουργός
μελιττοῦττα
μελιττώδης
μελιττών
μελιττῶν
μελιτώδης
μελίτωμα
Μελίτων
μελίτωσις
μελίφθεγκτος
μελίφθογγος
μελιφόρος
μελίφρων
μελίφυλλον
μελίφυρτος
μελίφωνος
μελίχλωρος
μελίχματα
μελιχοίρινα
μελίχροιος
μελίχροος
μελιχροποιέω
μελιχρός
μελιχρότης
μελίχρους
μελίχρυσος
μελιχρώδης
μελίχρωος
μελίχρως
μελιχρῶς
μέλκα
μέλκιον
μελλάκιον
μέλλαξ
Μελλαρία
…
μελιττῶν
Save
Pape
μελιττῶν
, pl. gen. zu μέλιττα = μέλισσα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}