μελιτουργία Save LSJ Bailly 2024 Pape μελῐτουργ-ία, ἡ, μελῐτουργ-ός, όν, dub. ll. for μελιττουργία, -γός. μελιτουργία, ας (ἡ) [λῐ] préparation du miel, Arstt. Pol. 1, 7. Étym. *μελιτουργός, de μέλι, ἔργον. μελιτουργία, ἡ, v.l. von μελισσουργία.