μελιτουργεῖον Save μελιτουργεῖον, apiary Bailly 2024 Pape μελιτουργεῖον, ου (τὸ) [ῐ] lieu où l’on prépare le miel, Str. 16, 4, 2 Kram. Étym. *μελιτουργός, de μέλι, ἔργον. μελιτουργεῖον, τό, = μελισσουργεῖον, Sp.