μελιτοῦς Save LSJ Grieks Nederlands Pape μελιτοῦς, μελῐτοῦττα, v. μελιτόεις II. μελιτοῦς -οῦττα -οῦν, poët. en Ion. μελιτόεις -όεσσα -όεν [μέλι] zoet als honing, heerlijk; subst. ἡ μελιτοῦττα (sc. μᾶζα) honingkoek. μελιτοῦς, -οῦττα, s. μελιτόεις.