μελιχρότης
μελιχρότης, sweetness as of honey
μελιχρότης, ητος, ἡ,
- sweetness as of honey, Sch. Theoc. 7.82.
μελιχρότης, ητος, ἡ, Süßigkeit, Schol. Theocr. 7.82.
μελιχρότης, sweetness as of honey