μελίφθογγος
μελίφθογγος, honey-voiced
μελί-φθογγος, ον,
- honey-voiced, Μοῖσαι, ἀοιδαί, Pi. O. 6.21, I. 2.7.
μελί·φθογγος, ος, ον, au son doux comme le miel, Pd. O. 6, 36, etc.
Étym. μέλι, φθέγγω.
μελίφθογγος, honigsüß, angenehm tönend ; Τερψιχόρα, Pind. I. 2.7, μοῖσαι, Ol. 6.21, ἀοιδαί, I. 5.8, u. öfter bei sp.D.
μελίφθογγος, -ον
- 1honey-voiced μελίφθογγοι Μοῖσαι O. 6.21 μελιφθόγγου ποτὶ Τερψιχόρας (Heyne: -φθογγοι codd.) I. 2.7 μελιφθόγγοις ἀοιδαῖς I. 6.9
μελίφθογγος
μελί-φθογγος, ον
φθογγή
- honey-voiced, Pind.