μεσημβριάς Save LSJ Bailly 2024 μεσημβρ-ιάς, άδος, pecul. fem. of μεσημβρινός, Nonn. D. 48.590. μεσημβριάς, άδος [ᾰδ] adj. f. de midi, Nonn. D. 48, 590. Étym. cf. μεσημβρινός.