About
Menu

μέστα

μέστα, Dor.,
  • = μέσφα, μέστα κα ἡ κρίσις ἐπιτελεσθῇ SIG 712.39 (Crete, ii B.C.), cf. Berl.Sitzb. 1927.160,164 (Cyrene); cf. μέστε, μέττα.

Saved

Recent