μεταρρυθμόω
μεταρρυθμ-όω,
- = μεταρρυθμίζω, pf. part. Pass. μετερρυθμωμένα, Hsch.; cf. μεταρυσμόω.
μεταρρυθμόω, = μεταρρυθμίζω, μετερρυθμωμένα erkl. Hesych. μετεσχηματισμένα.