Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεταχειρόω
μεταχειρόω, aggredior
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεταφύομαι
μεταφυτεία
μεταφύτευσις
μεταφυτευτέον
μεταφυτευτέος
μεταφυτεύω
μεταφύω
μεταφωνέω
μεταφωτίζομαι
μεταφωτίζω
μεταχάζομαι
μεταχάλκευσις
μεταχαλκεύω
μεταχαρακτηρίζω
μεταχαρακτηρισμός
μεταχάραξις
μεταχαράσσω
μεταχάσκω
μεταχειμάζω
μεταχείμασις
μεταχειρέομαι
μεταχείρημα
μεταχείρησις
μεταχειρίζω
μεταχείριος
μεταχείρισις
μεταχειρισμός
μεταχειριστέον
μεταχειριστέος
μεταχειριστικός
μεταχειρόω
μεταχεύομαι
μεταχεύω
μεταχέω
μεταχηματισμός
μεταχθόνιος
μετάχοιρον
μεταχρηματίζω
μεταχρονέω
μεταχρόνιος
μετάχρονος
μεταχρωματίζω
μεταχρώννυμι
μεταχρωστέον
μεταχυμίζω
μετάχυσις
μεταχωνεύω
μεταχωρέω
μεταχώρησις
μεταψαίρω
μεταψαλάσσω
μεταψαύω
μεταψέφω
μεταψηφίζω
μεταψήφισις
μετάψυξις
μεταψύχωσις
μετέασι
μετεγγράφω
μετεγγυάομαι
μετέγγυος
…
μεταχειρόω
Save
μεταχειρόω, aggredior
LSJ
μεταχειρ-όω and Med.
μεταχειρ-όομαι
, =
aggredior,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}