μετατροπία
μετατροπία, a turn of fortune, a reverse
μετατροπ-ία, ἡ,
- turn of fortune, reverse, Pi. P. 10.21 (pl.).
μετατροπία, ας (ἡ) changement, vicissitude, Pd. P. 10, 31 au pl.
Étym. μετάτροπος.
μετατροπία, ἡ, = μετατροπή, φθονεραῖς ἐκ θεῶν μετατροπίαις Pind. P. 10.21.
μετατροπία
- 1change of fortune μὴ φθονεραῖς ἐκ θεῶν μετατροπίαις ἐπικύρσαιεν P. 10.21
μετατροπία, ἡ,
- a turn of fortune, a reverse, Pind. from μετάτροπος